Ο πόλεμος προ των πυλών (ante portas). Πέντε αιτίες, που οδηγούν στην αναπόφευκτη πολεμική σύγκρουση Ελλάδας – Τουρκίας και όσα πρέπει να πράξει επειγόντως η Ελλάδα (του Δημήτρη Κλούρα) – Δεύτερο μέρος

Δημοσιεύουμε το δεύτερο μέρος της ανάλυσης του Δημήτρη Κλούρα (δικηγόρου, πρώην Γενικού Γραμματέα Δημόσιας Περιουσίας στο Υπουργείο Οικονομικών). Λόγω της έκτασής της, έχει επιλεγεί η τμηματική δημοσίευση της ανάλυσης. Μετά το πρώτο μέρος (εδώ) και το δεύτερο μέρος που δημοσιεύεται σήμερα, θα ακολουθήσουν δύο ακόμη μέρη. Πρόκειται για ανάλυση που συνιστά και κραυγή αφύπνισης ενόψει των επερχομένων δεινών, προτείνοντας στο τέλος (στο τέταρτο μέρος) άμεσες ενέργειες στοιχειώδους αντιμετώπισης του κινδύνου εκ μέρους της Ελλάδας και των απανταχού Ελλήνων. Αξίζει να τη διαβάσετε στο σύνολό της για να συνειδητοποιήσετε τί έχει συμβεί, τί συμβαίνει και τί πρόκειται, με μεγάλη πιθανότητα, να συμβεί.

 

Του Δημήτρη Κλούρα, δικηγόρου, πρώην Γενικού Γραμματέα Δημόσιας Περιουσίας στο Υπουργείο Οικονομικών

Συνέχεια του πρώτου μέρους

 

Δεύτερη αιτία πολέμου: Η επανάληψη ιστορικών λαθών του πρόσφατου παρελθόντος και οι εκπληκτικές ομοιότητες με κρίσιμα ιστορικά γεγονότα του παρελθόντος

 

1. Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΚΑΤΕΥΝΑΣΜΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΟΛΕΘΡΙΕΣ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΗΣ

 

Μετά τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου (1918) οι βασικές νικήτριες ευρωπαϊκές δυνάμεις, ήτοι η Μ. Βρετανία και η Γαλλία, με τη σύμπραξη των ΗΠΑ, επέβαλλαν στη Γερμανία του Κάιζερ και στους συμμάχους της τους ταπεινωτικούς και εξοντωτικούς όρους της συνθήκης των Βερσαλλιών (η συνθήκη των Σεβρών ήταν η αντίστοιχη για την οθωμανική αυτοκρατορία). Παρά το γεγονός, ότι η Μ. Βρετανία και η Γαλλία ήταν οι αδιαμφισβήτητοι νικητές του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου, ωστόσο απώλεσαν σταδιακά τη βούληση ένοπλης επιβολής στις ηττημένες χώρες (π.χ. Γερμανία και οθωμανική αυτοκρατορία) των όρων της συνθήκης των Βερσαλλιών και των Σεβρών, αντίστοιχα, που τυχόν θα παραβιάζονταν, διότι απλούστατα οι μεν λαοί των χωρών της Γαλλίας και της Μ. Βρετανίας είχαν καταβληθεί από τον τετραετή και πολύνεκρο πόλεμο (1914 – 1918), οι δε οικονομίες αυτών των χωρών είχαν υποστεί μεγάλες ζημίες. Αυτό έκανε τις κυβερνήσεις τους ιδιαίτερα διστακτικές στο ενδεχόμενο συμμετοχής τους σε οποιαδήποτε νέα πολεμική σύρραξη και τις οδήγησε στην κατ’ αρχήν χρησιμοποίηση των στρατιωτικών δυνάμεων συμμαχικών σ’ αυτές κρατών για την εξυπηρέτηση των δικών τους επιδιώξεων.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της απροθυμίας τους, που αποτέλεσε οδηγό για όσα συνέβησαν τη δεκαετία του 30΄, ήταν η αποφυγή αποστολής εκστρατευτικών στρατευμάτων στη Μικρά Ασία για την καταστολή του εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος του Κεμάλ Ατατούρκ, όπως ο ίδιος ο Κεμάλ το χαρακτήριζε, επιδιώκοντας την ανατροπή της συνθήκης των Σεβρών. Για την προάσπιση των γεωπολιτικών και οικονομικών συμφερόντων τους, Γάλλοι και Βρετανοί επεδίωξαν και πέτυχαν να χρησιμοποιήσουν τον ελληνικό στρατό (αυτό ακριβώς, για το οποίο μας προορίζουν σήμερα, αλλά θα αναφέρω σε επόμενο λόγο – κεφάλαιο του άρθρου μου). Συγκεκριμένα, τον Μάϊο του 1919, ζήτησαν από τον Ε. Βενιζέλο να στείλει ελληνικό στρατό στη Σμύρνη, προκειμένου, το μεν να αποτρέψει την προκλητική επέκταση των Ιταλών, πέραν της ζώνης ευθύνης που τους αναλογούσε στη Μικρά Ασία, αλλά και να καταστείλει κάθε αντίδραση των νεοτούρκων και των κεμαλικών, που αντιδρούσαν στα νέα δεδομένα, που είχαν διαμορφωθεί από τη συνθήκη των Σεβρών. Όπως πολύ εύστοχα έχει επισημάνει και ο γνωστός ιστορικός μας Σαράντος Καργάκος, «Η αποστολή ελληνικού στρατού στη Σμύρνη δεν ήταν κάποια δωρεά προς την Ελλάδα¨ ήταν αποτέλεσμα της ανάγκης που δημιουργούσε η υποχρέωση στις συμμαχικές δυνάμεις να διατηρούν στη Μικρά Ασία στρατό. Το αίμα των δικών τους στρατιωτών ήταν ακριβό¨ το ελληνικό ήταν φθηνό» (βλ. Σαράντου Καργάκου: Η μικρασιατική εκστρατεία [1919-1922] από το έπος στην τραγωδία).

Η κατάληξη είναι γνωστή. Η ένδοξη μικρασιατική εκστρατεία κατέληξε στην οδυνηρή για τους Έλληνες μικρασιατική καταστροφή, τις συνέπειες της οποίας ακόμη βιώνει ο ελληνισμός (για πρώτη φορά εκριζώθηκε από τα μικρασιατικά εδάφη και παράλια, αλλά και διεκόπη βιαίως, για πρώτη επίσης φορά, η επαφή του ελλαδικού χώρου και των νησιών του Αιγαίου με τα μικρασιατικά παράλια και τη μικρασιατική ενδοχώρα, υψώθηκε δηλαδή ένα νοητό τείχος).

Ήδη πριν επέλθει η μικρασιατική καταστροφή, οι αγγλογάλλοι «σύμμαχοι» της Ελλάδας, την είχαν εγκαταλείψει, με επίκληση διαφόρων δικαιολογιών, ως προσχήματα, και «τα βρήκαν» με τον Κεμάλ, τον οποίο στήριξαν και εξόπλισαν σε βάρος της Ελλάδας (ιδίως οι Γάλλοι και οι Ιταλοί). Τόσο προκλητική ήταν η ενίσχυση του Κεμάλ (οικονομική και στρατιωτική) από τους «συμμάχους» μας (οι σοβιετικοί, ούτως ή άλλως δεν ήταν σύμμαχοί μας και τον ενίσχυαν και στα πλαίσια αντιποίνων τους για το εκστρατευτικό σώμα που είχαμε στείλει κατ’ αυτών, καθ’ υπόδειξη των «συμμάχων» μας, μετά το πέρας του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου), ώστε ο Βρετανός Τσαρλς Χένρι Μπέντινκ να αναφέρει στις 5-9-1922 τα εξής αποκαλυπτικά σε αναφορά του προς το Γραφείο Πολέμου (War Office – αρ. πρωτ. 380): «Αν τα τελευταία δύο χρόνια είχαμε δώσει στους Έλληνες τη μισή βοήθεια σε υλικό από αυτά που έλαβε ο Κεμάλ από τους συμμάχους μας, πιθανότατα η τωρινή καταστροφή δεν θα είχε συμβεί» (βλ. Public Record Office / War Office 106/1440 και Ιακώβου Μιχαηλίδη: «Μικρασιατική Καταστροφή – εκδόσεις Παπαδόπουλου). Οι αγγλογάλλοι, λοιπόν, αφού εξασφάλισαν, σε συνεννόηση με τον Κεμάλ Ατατούρκ, τα συμφέροντά τους στο Ιράκ (πετρέλαια Μοσούλης και Κιρκούκ) και στη Συρία, όχι μόνο μας εγκατέλειψαν στην τύχη μας, αλλά και ενίσχυσαν στρατιωτικά τα κεμαλικά στρατεύματα (ιδίως οι Γάλλοι). Στο τέλος, οι ίδιοι οι «σύμμαχοί» μας μάς εξανάγκασαν να αποχωρήσουμε ακόμη και από την Ανατολική Θράκη, χωρίς να πέσει η παραμικρή ντουφεκιά, καίτοι η ελληνική πλευρά διέθετε στην περιοχή ισχυρό στρατό, αλλά και να υπογράψουμε την δυσμενέστατη για την Ελλάδα συνθήκη της Λωζάνης, αυτήν ακριβώς τη συνθήκη που επιδιώκει ο Ερντογάν να αναθεωρήσει επί το έτι δυσμενέστερον για την Ελλάδα και για τους λοιπούς γείτονες της Τουρκίας.

Ο Χίτλερ, ο οποίος υπήρξε θαυμαστής του Κεμάλ Ατατούρκ και των στυγνών μεθόδων του (δήλωνε μάλιστα μαθητής του), γνωρίζοντας όλα τα παραπάνω και δοκιμάζοντας σταδιακά τις προθέσεις και τα αντανακλαστικά των αγγλογάλλων, άρχισε, μετά την άνοδό του στην εξουσία, να παραβιάζει σταδιακά τη συνθήκη των Βερσαλλιών, ξεκινώντας με τη σταδιακή αύξηση του προβλεπόμενου από τη συνθήκη αριθμού των  Γερμανών στρατιωτών, αλλά και με την υλοποίηση ενός φιλόδοξου  εξοπλιστικού προγράμματος, όπως ακριβώς πράττει σήμερα η Τουρκία του Ερντογάν (η συνθήκη των Βερσαλλιών επέτρεπε στη Γερμανία να διαθέτει το πολύ μέχρι 100.000 στρατιώτες, χωρίς βαρέα όπλα, και ήδη το 1936 η στρατιωτική δύναμη της Γερμανίας έφθανε τους 790.000 ενόπλους, πλήρως εξοπλισμένους και με βαρέα όπλα). Ο Χίτλερ, λοιπόν, πίστευε, ότι, αφού τα κατάφερε  ο Κεμάλ Ατατούρκ, τον οποίο θαύμαζε, διότι, μεταξύ άλλων λόγων, είχε ανατρέψει τη συνθήκη των Σεβρών, μπορούσε και αυτός να επιτύχει τη ανατροπή της συνθήκης των Βερσαλλιών, όπερ και τελικώς επέτυχε.

Όπως είχε ορθά υπολογίσει, «διαβάζοντας» προσεκτικά τους αντιπάλους του, οι αντιδράσεις των αγγλογάλλων ήταν χλιαρές, έως ανύπαρκτες, με αποτέλεσμα ο Χίτλερ, αφού είχε ενδυναμώσει το στρατό του, κατά παράβαση της συνθήκης των Βερσαλλιών, να περάσει στο επόμενο στάδιο δοκιμής των αντανακλαστικών και προθέσεων των αγγλογάλλων. Αυτό ήταν στις 7 Μαρτίου του 1936 η εγκατάσταση γερμανικών στρατευμάτων στην περιοχή της Ρηνανίας στα σύνορα με τη Γαλλία, καίτοι προβλεπόταν στη συνθήκη των Βερσαλλιών, να είναι αποστρατιωτικοποιημένη. Και σ’ αυτήν την περίπτωση, η αντίδραση των αγγλογάλλων ήταν χλιαρή και περιορίστηκε σε λεκτικές διαμαρτυρίες. Ο Χίτλερ είχε ήδη ζυγίσει τους αντιπάλους του, ως προς τις προθέσεις τους, που ήταν να αποφύγουν με κάθε τρόπο μία νέα πολεμική εμπλοκή με τη Γερμανία, λόγω της κόπωσης των κοινωνιών και οικονομιών τους από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Έβλεπαν δε εσφαλμένα οι αγγλογάλλοι στη Γερμανία του Χίτλερ και ένα είδους ανάχωμα στον ανερχόμενο τότε κομμουνισμό και εν γένει στη Σοβιετική Ένωση, όπως για πολλά χρόνια θεωρούσαν οι ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ την Τουρκία έναντι της Σοβιετικής Ένωσης και της διαδόχου της πλέον Ρωσίας (αγνοούσαν, ότι η Γερμανία ήδη από το 1924 εκπαίδευε κρυφά στη ΕΣΣΔ πιλότους, πληρώματα, αξιωματικούς και μηχανικούς, στα πλαίσια της μεταξύ τους Συνθήκης του Ραπάλο το 1922, ενώ στις 23 Αυγούστου 1939 υπέγραψαν και Σύμφωνο μη επίθεσης, με μυστικές μάλιστα διατάξεις περί διανομής μεταξύ τους των εδαφών της Πολωνίας). Συνέχισε, λοιπόν, ο Χίτλερ τη σταδιακή υλοποίηση των επεκτατικών σχεδίων του.

Ο επόμενος στόχος ήταν η εισβολή στις 12 Μαρτίου 1938 του γερμανικού στρατού στην Αυστρία και η αναίμακτη προσάρτησή της στη Γερμανία (το περίφημο Άνσλους). Και σ’ αυτήν την περίπτωση, οι αγγλογάλλοι δεν αντέδρασαν, παρά το γεγονός, ότι ο Χίτλερ όχι μόνο διακήρυσσε πλέον ευθέως τις επεκτατικές βλέψεις του, αλλά και τις υλοποιούσε. Οι αγγλογάλλοι αρκούντο σε προσπάθειες κατευνασμού με κύριο στόχο την πάσει θυσία αποφυγή μίας νέας πολεμικής σύρραξης.

Η Τσεχοσλοβακία που αποτελούσε έναν από τους βασικούς στόχους της επεκτατικής πολιτικής της Γερμανίας του Χίτλερ, λόγω των γερμανικών πληθυσμών, που κατοικούσαν εντός των συνόρων της και ιδίως στην περιοχή της Σουδητίας, έσπευσε να συνάψει συμφωνία στρατιωτικής συνεργασίας και υποστήριξης με τη Γαλλία, επιδιώκοντας το ίδιο και με τη Μ. Βρετανία. Ωστόσο, αυτό δεν απέτρεψε τον διαμελισμό της Τσεχοσλοβακίας, με την απόσπαση και προσάρτηση της περιοχής της Σουδητίας, και όχι μόνο, στη Γερμανία. Συγκεκριμένα, η Γερμανία απείλησε ευθέως με πόλεμο την Τσεχοσλοβακία, εάν δεν αποδεχόταν την προσάρτηση της Σουδητίας στη Γερμανία. Οι αγγλογάλλοι, που δεν ήθελαν να εμπλακούν και πάλι σε πόλεμο με τη Γερμανία, για λογαριασμό της Τσεχοσλοβακίας, εγκατέλειψαν στην τύχη της τη σύμμαχό τους, την οποία μάλιστα πίεσαν να αποδεχθεί τη συμφωνία του Μονάχου (29 Σεπτεμβρίου 1938). Με την εν λόγω συμφωνία τα συμβαλλόμενα μέρη, δηλαδή η Γερμανία του Χίτλερ, η Ιταλία του Μουσολίνι, το Ηνωμένο Βασίλειο του Τσάμπερλεν και η Γαλλία του Νταλαντιέ, αφού προηγουμένως είχαν αποκλείσει την εκπροσώπηση της Τσεχοσλοβακίας, τις τύχες της οποίας θα καθόριζαν, συμφώνησαν στην προσάρτηση της Σουδητίας στη Γερμανία, χάριν αποφυγής ενός πολέμου (την τύχη της Τσεχοσλοβακίας κινδυνεύει να έχει η Ελλάδα, με μία αντίστοιχη συνθήκη του Μονάχου, όπου το ρόλο της Γερμανίας θα έχει η Τουρκία, την οποία οι δυτικοί σύμμαχοί μας επιδιώκουν διαρκώς να «κατευνάσουν», ενισχύοντας τελικώς την επιθετικότητά της και τη βουλιμία της – το ιστορικό προηγούμενο υπάρχει). Ακόμη όμως και αυτήν τη χαριστική συμφωνία η Γερμανία τους Χίτλερ την παραβίασε ενσωματώνοντας, πέραν της περιοχής της Σουδητίας, και τις περιοχές της Βοημίας – Μοραβίας, χωρίς την παραμικρή και πάλι αντίδραση των αγγλογάλλων.

Η συνέχεια είναι πλέον γνωστή. Συγκεκριμένα, τον Σεπτέμβριο της επόμενης χρονιάς, δηλαδή του 1939, η Γερμανία, αφού προηγουμένως είχε συνάψει Σύμφωνο μη επίθεσης με τη Σοβιετική Ένωση, αλλά και μυστική συμφωνία διανομής των εδαφών της Πολωνίας (το περίφημο σύμφωνο Μολότωφ – Ρίμπεντροπ), εισέβαλλε απρόκλητα στην Πολωνία. Της εισβολής είχε προηγηθεί το στήσιμο της αναγκαίας προβοκάτσιας με τη σκηνοθεσία ενός μεθοριακού επεισοδίου, το οποίο η χιτλερική Γερμανία χρησιμοποίησε ως αφορμή. Η εισβολή της Γερμανίας στην Πολωνία ήταν η απαρχή του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, ενός πολέμου, ο οποίος μπορούσε να είχε αποτραπεί, εάν οι νικητές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, κυρίως οι αγγλογάλλοι, είχαν εξαρχής επιβάλλει στη Γερμανία την τήρηση της συνθήκης των Βερσαλλιών, πριν η Γερμανία του Χίτλερ δυναμώσει και καταστεί ασυναγώνιστη, ιδίως στα δύο πρώτα νικηφόρα γι’ αυτήν χρόνια του εξαετούς περίπου παγκόσμιου πολέμου (1939-1945).

Ο μοιραίος πρωθυπουργός της Μ. Βρετανίας, Νέβιλ Τσάμπερλεν, κρατώντας περιχαρής το χαρτί της συμφωνίας του Μονάχου, πιστεύοντας, ότι είχε διασωθεί η ειρήνη.

 

Το ιστορικό δίδαγμα ήταν και είναι, ότι η πολιτική διαρκούς κατευνασμού της επιθετικότητας ενός κράτους – ταραξία, προκειμένου να αποφευχθεί μία πολεμική σύρραξη, όχι μόνο δεν την αποτρέπει, αλλά οδηγεί τελικά σ’ αυτήν και μάλιστα υπό χειρότερες συνθήκες γι’ αυτόν που την απέφευγε. Πλην όμως, ό,τι ακριβώς έπραξαν οι νικητές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου έναντι της ηττημένης Γερμανίας, το πράττουν συστηματικά και έναντι της Τουρκίας, ιδίως της Τουρκίας του Ερντογάν, ο οποίος, πλήρως αποθρασυμένος, δεν διστάζει να στρέφεται, τόσο με λόγια, όσο και με έργα, εναντίον των συμφερόντων των ΗΠΑ, των αγγλογάλλων και των λοιπών νατοϊκών συμμάχων τους. Αντί, λοιπόν, να τιμωρήσουν την Τουρκία παραδειγματικά, συνεχίζουν να «τη χαϊδεύουν», να προσπαθούν με ανταλλάγματα να την επαναφέρουν «στον ορθό δρόμο», αλλά και να την εξοπλίζουν (δείτε εδώ και εδώ). Χαρακτηριστική περίπτωση είναι αυτή, με την οποία Ο Ερντογάν πέτυχε την ενισχυμένη χρηματοδότησή του από τις χώρες της Ευρώπης για τη συγκράτηση και αποτροπή των προσφυγικών ροών από τα μικρασιατικά παράλια στην Ευρώπη (δείτε εδώ), αλλά και την παροχή σ’ αυτήν της δυνατότητας να εισβάλλει στη βόρεια Συρία για να δημιουργήσει μία υποτίθεται ζώνη ασφαλείας, προκειμένου να εγκαθίστανται σ’ αυτή οι πρόσφυγες του πολέμου (δείτε εδώ). Πρόσφατη, εξάλλου, είναι και η περίπτωση της εγκατάλειψης από τις ΗΠΑ και τους λοιπούς «δυτικούς» των Κούρδων συμμάχων τους στη Συρία και ειδικότερα στην περιοχή της Αφρίν, προκειμένου να μην δυσαρεστήσουν την Τουρκία. Έφθασαν στο σημείο να συζητούν ακόμη και το ενδεχόμενο απόσυρσης των δυνάμεών τους και των αντίστοιχων των Κούρδων από την Μανμπίτζ (Ιεράπολη) της Συρίας και όλης της απελευθερωμένης περιοχής δυτικά του Ευφράτη, απ’ όπου εκδιώχθηκε ο ISIS, αφήνοντας ελεύθερο το πεδίο στους Τούρκους (βλ. εδώ συζήτηση μεταξύ Τίλερσον και Ερντογάν). Όλη αυτή η πολιτική κατευνασμού, όχι μόνο δεν σταμάτησε την Τουρκία του Ερντογάν από την επιθετική πολιτική και ρητορική της σε βάρος των ΗΠΑ και των λοιπών νατοϊκών συμμάχων τους, καθώς και από την προσέγγισή της με τη Ρωσία και το ΙΡΑΝ, παραδοσιακούς αντιπάλους των νατοϊκών και των ισραηλινών, αλλά, αντιθέτως, ενέτεινε αυτές τις τάσεις. Μέχρι δε σήμερα, η Τουρκία έχει επιτύχει να κατέχει, μέσα σε ελάχιστο χρόνο, εδάφη της Συρίας (στα βόρεια της χώρας / 2017-2018), του Ιράκ (μικρή περιοχή στο βόρειο Ιράκ / 2017-2018) και, επί της ουσίας, και της Ελλάδας (βλ. Ίμια – 2018), εγγράφοντας υποθήκες και για άλλα εδάφη των ιδίων χωρών. Σ’ αυτά πρέπει να συνυπολογισθούν και τα κατεχόμενα εδάφη της βόρειας Κύπρου (1974), αλλά και η περιοχή της Αλεξανδρέττας, η οποία προσαρτήθηκε στην Τουρκία που είχε εισβάλλει σ’ αυτήν την περιοχή, υπό τις ευλογίες των Γάλλων, καίτοι ανήκε μέχρι τότε στη Συρία! Από την ίδρυσή του το τουρκικό κράτος, υπό την ηγεσία του Κεμάλ και των διαδόχων του, αντί να τιμωρείται για τη συμπεριφορά του, ως ένα γενοκτόνο κράτος και ένα κράτος «ταραξίας», διαρκώς αυξάνεται εδαφικά και ενισχύεται ποικιλοτρόπως, υπό την ανοχή ή και τις ευλογίες «των δυτικών», ενώ οι γείτονές του διαρκώς συρρικνώνονται. Η ατιμωρησία στην περίπτωση της Τουρκίας από το 1922 μέχρι σήμερα την ωθεί στη διαρκή επανάληψη των κακουργημάτων της και ενισχύει την επιθετικότητά της έναντι της Ελλάδας. Γι’ αυτόν, εξάλλου, το λόγο, όπως πολύ εύστοχα είχε δηλώσει ο αείμνηστος Νεοκλής Σαρρής, «η Τουρκία δεν έχει ιστορία, αλλά ποινικό μητρώο».

Δυστυχώς, όμως, κατευναστική πολιτική δεν ακολουθούν έναντι της Τουρκίας μόνο οι «σύμμαχοί» μας, Αμερικανοί και αγγλογάλλοι, οι οποίοι θεωρούν την Τουρκία πολύ σημαντική για να την εγκαταλείψουν, αλλά και οι ελληνικές κυβερνήσεις. Τα Ίμια (βλ. Σημίτη), οι «κουμπαριές» (βλ. Κώστα Καραμανλή / εδώ), τα «ζεϊμπέκικα» (βλ. Γιώργο Παπανδρέου / εδώεδώ και εδώ) και οι επισκέψεις στη Σμύρνη, τα τριαντάφυλλα και όχι μόνο (βλ. Αλέξη Τσίπρα / εδώ), ενίσχυσαν την επιθετικότητα της Τουρκίας, η οποία, πλέον, αμφισβητεί ευθέως και ενεργώς ελληνικά εδάφη, έχοντας μάλιστα, στην πράξη, ενσωματώσει – καταλάβει το σύμπλεγμα των νησίδων Ίμια (βλ. εδώ), στα οποία δεν μπορεί καν να πλησιάσει σκάφος του λιμενικού ή να ανέβει Έλληνας σ’ αυτά (η πλέον χαρακτηριστική περίπτωση ήταν η πρόσφατη παρεμπόδιση του Έλληνα Υπουργού Άμυνας να προσεγγίσει με την κανονιοφόρο «Νικηφόρος» τα Ίμια).

Είναι προφανές, ότι ο Ερντογάν βαδίζει στα χνάρια του Χίτλερ και του Κεμάλ, ακολουθώντας αναθεωρητική πολιτική των υφιστάμενων συνθηκών, ιδίως της συνθήκης της Λωζάνης, όπως έπραξαν οι προαναφερθέντες, Χίτλερ και Κεμάλ, με τις συνθήκες των Βερσαλιών και των Σεβρών, αντιστοίχως. Στα πλαίσια αυτά ο Ερντογάν εκμεταλλεύεται, με απόλυτη δεξιοτεχνία, τους ακόλουθους παράγοντες:

– Τη σημαντική γεωστρατηγική θέση της Τουρκίας.

– Την απροθυμία των μεγάλων ευρωπαϊκών χωρών να αντιπαρατεθούν ευθέως στην Τουρκία του Ερντογάν, ακολουθώντας, προς το παρόν και μέχρις στιγμής, την αντίστοιχη ολέθρια πολιτική κατευνασμού των αγγλογάλλων έναντι της Γερμανίας του Χίτλερ. Το ίδιο και σε χειρότερο βαθμό πράττει και η Ελλάδα.

– Την αδυναμία των ΗΠΑ να διαγνώσουν τις κοσμογονικές γεωπολιτικές μεταβολές και να προσαρμοστούν στα νέα δεδομένα, καθότι είναι εγκλωβισμένες ακόμη α) στην αυταπάτη της παντοδυναμίας τους, η οποία παντοδυναμία δεν ισχύει πλέον, β) στα στερεότυπα της ψυχροπολεμικής περιόδου, όπου η Σοβιετική Ένωση τότε και η Ρωσία τώρα ήταν ο μεγάλος και απόλυτος αντίπαλος και γ) στον διαρκή εκβιασμό των Τούρκων σε σχέση με την προσέγγισή της με τη Ρωσία, το Ιράν, αλλά και με τη χρήση της νατοϊκής βάσης του Ιντσιρλίκ στη νοτιανατολική Τουρκία (στην εν λόγω βάση υπάρχουν αποθηκευμένα στρατηγικά πυρηνικά όπλα, τα οποία δεν γνωρίζουμε, εάν οι Αμερικανοί έχουν κατορθώσει να απομακρύνουν – δείτε εδώ και εδώ).

– Τη δυνατότητα της Τουρκίας να ελέγχει τις μεταναστευτικές και προσφυγικές ροές προς την Ευρώπη, την οποία ευθέως εκβιάζει (δείτε εδώ), όπως ακριβώς εκβίαζε και ο Χίτλερ, προκειμένου να επιτυγχάνει τους στόχους του.

– Την άσχημη οικονομική και συνακόλουθα στρατιωτική κατάσταση της Ελλάδας.

Οι αναλογίες του τότε με το σήμερα είναι εκπληκτικά – ανατριχιαστικά όμοιες. Συγκεκριμένα, οι Η.Π.Α., η μεγάλη παγκόσμια στρατιωτική και οικονομική δύναμη, που αναδύθηκε μετά το πέρας του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και κατέστη μονοκράτειρα μετά την κατάρρευση του αντίπαλου δέους της Σοβιετικής Ενώσεως, δείχνει σήμερα σκιά του παλαιού εαυτού της. Οι διαρκείς πολεμικές επιχειρήσεις της εκτός συνόρων, οδήγησαν στην οικονομική αποδυνάμωσή της, στην κόπωση του αμερικανικού λαού και στη δημιουργία αντιαμερικανικών αντανακλαστικών ανά τον κόσμο. Αυτή τη στιγμή διανύει μία περίοδο αναδίπλωσης και εσωστρέφειας, η οποία εκδηλώνεται με τον επαναπατρισμό στρατιωτικών δυνάμεών της από διάφορα μέρη του κόσμου, με μείωση των αμυντικών δαπανών της και με την επιλογή να διεξάγει πολέμους, δια αντιπροσώπων της (π.χ. στο Ιράκ και στη Συρία). Παράλληλα, η μονοκρατορία της έχει αρχίσει ευθέως να αμφισβητείται από νέες αναδυόμενες παγκόσμιες δυνάμεις, όπως η Ρωσία, η Κίνα και η Ινδία. Οι δε μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις, όπως η Γαλλία και το Ηνωμένο Βασίλειο, σύμμαχες χώρες των ΗΠΑ, αντιμετωπίζουν σοβαρά κοινωνικά, πολιτικά και οικονομικά προβλήματα.

Αυτή, λοιπόν, η κατάσταση αποτελεί μία ακόμη αιτία, που, εάν δεν εκλείψει συντόμως, θα οδηγήσει, με μαθηματική ακρίβεια στην πολεμική σύγκρουση, αλλά υπό δυσμενέστερες συνθήκες, τόσο για την Ελλάδα, όσο και για όποια χώρα επιδιώξει να την ενισχύσει.

 

2. ΟΙ ΔΙΑΜΟΡΦΩΘΕΙΣΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΟΜΟΙΕΣ ΜΕ ΑΥΤΕΣ ΤΩΝ ΠΑΡΑΜΟΝΩΝ ΤΟΥ Β΄ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ

 

Έχει αποδειχθεί ιστορικά, ότι, όταν συνέτρεχαν α) παγκόσμια οικονομική κρίση και β) οξείς γεωπολιτικοί ανταγωνισμοί, τότε η τελική κατάληξη ήταν μία παγκόσμια πολεμική σύρραξη, με ολέθριες συνέπειες για την ανθρωπότητα. Αυτή η πολεμική σύρραξη λειτουργούσε πάντοτε ως μία εκτονωτική βαλβίδα των εσωτερικών κοινωνικοπολιτικών καταστάσεων στις πληττόμενες από την οικονομική κρίση χώρες, η οποία κρίση οδηγούσε στην αύξηση των κοινωνικών συγκρούσεων και εντάσεων, καθώς και στην άνοδο ακροδεξιών και εθνικιστικών πολιτικών δυνάμεων. Η εκτόνωση συντελείται με τη διοχέτευση εκατομμυρίων ανέργων στα διάφορα πολεμικά πεδία ως στρατιώτες ή ως εργάτες στις διάφορες πολεμικές βιομηχανίες. Δημιουργείτο δηλαδή ένα εκρηκτικό κλίμα, το οποίο κατέληγε πάντοτε σε πόλεμο, δια της εξωτερίκευσης των εγχώριων προβλημάτων και πολιτικοκοινωνικών συγκρούσεων. Ιστορικά πάντοτε με αυτόν τον τρόπο εκτονώνονταν οι μεγάλες οικονομικές κρίσεις, που μετατρέπονταν σε κοινωνικοπολιτικές κρίσεις.

Είναι πραγματικά ανατριχιαστική η ομοιότητα των σημερινών οικονομικών, κοινωνικών και γεωπολιτικών συνθηκών με αυτές που είχαν διαμορφωθεί ιδίως στις παραμονές του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, και οι οποίες, όπως τότε, έτσι και τώρα, αλληλεπιδρούν και τείνουν να καταλήξουν σε μία προβλέψιμη μεν, απευκτέα δε, εξέλιξη, σ’ έναν δηλαδή νέο παγκόσμιο πόλεμο, τον τρίτο στη σειρά, στον οποίο, τόσο η Ελλάδα, όσο και η Τουρκία, θα βρεθούν στο επίκεντρο και, ως συνήθως, σε τελείως αντίθετα στρατόπεδα (οι Αμερικανοί ήδη μεταφέρουν δραστηριότητες από τη μεγάλη στρατηγική βάση τους στο Ιντσιρλίκ της Ν.Α. Τουρκίας στην Ελλάδα, με παράλληλη αύξηση των βάσεών τους σ’ αυτήν – δείτε εδώ).

Ας εξετάσουμε λοιπόν τις σημερινές συνθήκες, συγκρίνοντάς τις με αυτές των παραμονών του Β΄ παγκοσμίου πολέμου, που ξέσπασε επίσημα τον Σεπτέμβριο του 1939 με την εισβολή της χιτλερικής Γερμανίας στην Πολωνία.

Α) ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ – ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ

Επισήμως από το 2008 (ανεπισήμως υπέβοσκε πριν το 2008) ξεκίνησε μία παγκόσμια οικονομική κρίση, όταν «έσκασε» η χρηματιστηριακή (και όχι μόνο) «φούσκα» της γνωστής χρηματοπιστωτικής αμερικανικής εταιρείας – τράπεζας Lehman Brothers, της τέταρτης μεγαλύτερης στις ΗΠΑ. Από τότε και μέχρι σήμερα, αυτή η οικονομική κρίση δεν έχει λήξει και συνεχίζεται με αμείωτη ένταση. Οι δε συνέπειές της ήταν τεράστιες και λειτούργησαν ως ντόμινο στο παγκοσμιοποιημένο τραπεζικό και χρηματιστηριακό σύστημα. Προκειμένου να διασωθεί το παγκοσμιοποιημένο τραπεζικό σύστημα αποφασίσθηκε από τις πολιτικές ηγεσίες των κρατών, οι οποίες λειτούργησαν και λειτουργούν, δυστυχώς, ως ενεργούμενα  όσων ελέγχουν το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα, να μετακυλισθούν όλες οι ζημίες του στους φορολογούμενους και ανυποψίαστους πολίτες των κρατών (π.χ. δείτε εδώ). Αυτό συνεπαγόταν αυτομάτως την αύξηση των φόρων, την περιστολή των δημοσίων δαπανών και την κατάργηση κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων, προκειμένου να επιβληθούν ευκολότερα τα νέα και δυσβάσταχτα οικονομικά μέτρα. Ως άμεσο επακόλουθο αυτής της οικονομικής κρίσης και ιδίως του τρόπου, με τον οποίο επιχειρήθηκε να αντιμετωπισθεί, οξύνθηκαν τα τελευταία χρόνια οι κοινωνικοπολιτικές εντάσεις και συγκρούσεις στις πληγείσες χώρες, με συνακόλουθη άνοδο των ακραίων πολιτικών ιδεολογιών, αλλά και με αύξηση των εθνικιστικών εντάσεων. Τις συνέπειες αυτής της οικονομικής κρίσης τις βιώνουν με τη μεγαλύτερη ένταση οι ΗΠΑ και οι χώρες της ΕΕ, η οποία απειλείται πλέον με διάλυση. Ήδη μία σημαντική για την ΕΕ χώρα, η Μεγάλη Βρετανία, έχει δρομολογήσει τη διαδικασία αποχώρησής της από την ΕΕ και όλα δείχνουν, ότι θα υπάρξει και συνέχεια. Η χώρα, ωστόσο, που βιώνει με τον χειρότερο τρόπο την οικονομική κρίση, είναι η Ελλάδα.

Το ανάλογο της περιόδου του μεσοπολέμου, πριν δηλαδή την έκρηξη του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου ήταν η μεγάλη οικονομική κρίση που ξέσπασε το 1929 και πάλι από τις ΗΠΑ (κραχ του 1929), σε συνδυασμό και με τις ολέθριες για την ηττημένη Γερμανία συνέπειες των οικονομικών όρων της συνθήκης των Βερσαλλιών (1919). Γι’ αυτούς μάλιστα τους δυσβάστακτους οικονομικούς όρους ο Ουίνστον Τσώρτσιλ είχε αναφέρει τα εξής, μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου: «Οι οικονομικοί όροι της Συνθήκης ήταν τόσο παράλογοι ώστε ήταν προφανές ότι θα αποβούν μάταιοι. Καταδίκαζαν τη Γερμανία να πληρώσει τεράστιες αποζημιώσεις. Αυτές οι υπαγορεύσεις εξέφραζαν την οργή των νικητών, αλλά υποδήλωναν ταυτόχρονα πως δεν αντιλαμβάνονταν ότι κανένα έθνος και καμιά νικημένη χώρα δεν μπορεί ποτέ να πληρώσει αποζημίωση που να καλύπτει το κόστος του σύγχρονου πολέμου» (βλ. Ουίνστον Σ. Τσώρτσιλ: Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος – Τόμος Α΄ – κεφάλαιο 1: «Οι παραλογισμοί των νικητών»).

Γι’ αυτόν εξάλλου το λόγο οι νικητές του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, οι οποίοι σχεδόν ταυτίζονταν με αυτούς του πρώτου, δεν επανέλαβαν τα λάθη των νικητών του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Συμφώνησαν, λοιπόν, και περιέκοψαν μεγάλο μέρος των χρεών τής εκ νέου ηττημένης Γερμανίας προς τους νικητές, στους οποίους περιλαμβανόταν και η Ελλάδα. Αυτό, ωστόσο, που δέχθηκε και έκανε η Ελλάδα προς όφελος των Γερμανών, καίτοι υπέστη τα πάνδεινα κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής, αρνείται σήμερα να το πράξει η σύγχρονη Γερμανία της Μέρκελ για την Ελλάδα, καίτοι γνωρίζει, ότι το χρέος που καλείται να καταβάλλει η Ελλάδα προς τη Γερμανία και τους λοιπούς δανειστές είναι δυσθεώρητο και μη εξυπηρετήσιμο.

Β) ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΡΕΥΣΤΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΙ

Απότοκο των μεγάλων εσωτερικών ανισοτήτων, της οικονομικής κρίσης, αλλά και της αναμενόμενης εσωτερικής φθοράς παραδοσιακών μεγάλων δυνάμεων, ήταν την περίοδο του μεσοπολέμου και ιδίως στις παραμονές του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου η επιθετική ανάπτυξη τριών ισχυρών ιδεολογικών ρευμάτων, τα οποία χρησιμοποιήθηκαν, όχι μόνο για την ανατροπή των οικονομικοπολιτικών καθεστώτων των χωρών, στα οποία «γεννήθηκαν» και πρωτοεφαρμόσθηκαν, αλλά και για τη μελλοντική χρησιμοποίησή τους, ως γεωπολιτικών εργαλείων, άλλως ως πολιορκητικών κριών, στα πλαίσια αποκαθήλωσης από την πρωτοκαθεδρία των μεγάλων τότε αποικιακών δυνάμεων της Μ. Βρετανίας και της Γαλλίας και της αναδιάταξης των σφαιρών επιρροής παγκοσμίως. Επρόκειτο για τον κομμουνισμό, που εκπορευόταν από τη νεαρά τότε Σοβιετική Ένωση, για τον φασισμό, που εκπορευόταν από την Ιταλία του Μουσολίνι και για τον εθνικοσοσιαλισμό (ναζισμό) της Γερμανίας του Χίτλερ. Παράλληλα, υπήρχε και η ιδιαιτέρως επιθετική – αναθεωρητική Ιαπωνία. Αυτές οι τέσσερις χώρες ήταν οι τότε ανερχόμενες δυνάμεις της εποχής, που αναζητούσαν την αναδιανομή της παγκόσμιας πίτας, προς όφελός της η κάθε μία από αυτές. Και οι τέσσερις αυτές χώρες διέθεταν τότε δυναμικές ηγεσίες, όπως ο Στάλιν, ο Μουσολίνι, ο Χίτλερ και ο αυτοκράτορας Χιροχίτο, αντιστοίχως, σε αντίθεση με τις νωθρές, κουρασμένες και πολιτικά ατάλαντες ηγεσίες των τότε μεγάλων αποικιακών δυνάμεων της Μεγάλης Βρετανίας και της Γαλλίας (οι νικήτριες χώρες του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου), ήτοι του Τσάμπερλεν και του Νταλαντιέ, αντιστοίχως (οι ΗΠΑ ήταν τότε αμέτοχες και αδιάφορες στο μεγάλο γεωπολιτικό παιχνίδι και ακόμη αναζητούσαν ρόλο).

Οι Μουσολίνι, Στάλιν και Χίτλερ, ηγέτες εκείνης της περιόδου της Ιταλίας, της ΕΣΣΔ και της Γερμανίας, αντίστοιχα

Ο Χιροχίτο, αυτοκράτορας της Ιαπωνίας (1901-1989)

Οι ομοιότητες με τη σημερινή κατάσταση είναι εκπληκτικές. Μπορεί να μην έχουμε, όπως τότε, την ύπαρξη μεγάλων ιδεολογικών ρευμάτων, αλλά έχουμε την απόλυτη γεωπολιτική ρευστότητα, που δημιουργούν η αποδυνάμωση των ΗΠΑ και των στενών συμμάχων τους (Μ. Βρεταννίας, Γαλλίας και Ισραήλ), σε συνδυασμό με την άνοδο νέων δυνάμεων στο προσκήνιο, όπως της Ρωσίας (πρόκειται για πλήρη επαναφορά της στο προσκήνιο), της Κίνας, της Ινδίας, της Γερμανίας και της Τουρκίας. Όλες οι προαναφερθείσες χώρες επιδιώκουν την αναδιανομή της παγκόσμιας πίτας σε βάρος των ΗΠΑ και των συμμάχων τους, διαθέτοντας δυναμικές ηγεσίες, που τολμούν να διεκδικούν επιθετικά το ρόλο, που θεωρούν, ότι τους ανήκει. Στα πλαίσια των έντονων ανταγωνισμών τους έχουν αυξηθεί οι περιφερειακές συγκρούσεις παγκοσμίως, κυρίως μέσω «αντιπροσώπων», χωρίς να έχει υπάρξει ακόμη η απευθείας σύγκρουση μεταξύ τους. Αυτό ακριβώς που συνέβαινε παραμονές της έκρηξης του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, αυτό συμβαίνει και στις μέρες μας. Αυτή, ωστόσο, η ομοιότητα (ανατριχιαστική), που επικυρώνει την πρόβλεψή μου (ελπίζω ολόψυχα να διαψευσθώ) περί επικείμενης παγκόσμιας σύρραξης, στο επίκεντρο της οποίας θα βρεθούν η Ελλάδα και η Τουρκία, ως αντίπαλες χώρες, είναι η περίπτωση των όσων συμβαίνουν από τον Μάρτιο του 2011 στη Συρία σε σύγκριση με τα όσα είχαν συμβεί στην Ισπανία από τον Ιούλιο του 1936. Ειδικότερα:

Γ) ΣΥΡΙΑ ΣΗΜΕΡΑ, ΟΠΩΣ ΙΣΠΑΝΙΑ ΤΟΤΕ – ΟΙ ΕΜΦΥΛΙΟΙ ΠΟΥ «ΚΥΟΦΟΡΟΥΝ» ΠΑΓΚΟΣΜΙΕΣ ΣΥΡΡΑΞΕΙΣ

    Την «πρόβα τζενεράλε» του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου αποτέλεσε ο ισπανικός εμφύλιος πόλεμος, που ξεκίνησε το 1936 και έληξε το 1939. Με τη λήξη του ξέσπασε και ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος τον Σεπτέμβριο του ιδίου έτους (1939). Ο ισπανικός εμφύλιος πόλεμος ξεκίνησε, όταν Ισπανοί αντιφρονούντες, με ηγέτη τον ακροδεξιό στρατιωτικό και μετέπειτα Ισπανό δικτάτορα Φρανσίσκο Φράνκο, προκάλεσαν στρατιωτική εξέγερση κατά της εκλεγμένης κυβέρνησης της Ισπανικής Δημοκρατίας. Αυτός ο εμφύλιος πόλεμος αξιοποιήθηκε από τις τότε ανερχόμενες δυνάμεις της Ιταλίας, της Γερμανίας και της Σοβιετικής Ένωσης για προβολή ιδεολογικής και στρατιωτικής ισχύος και ιδίως για δοκιμή νέων όπλων και στρατηγικών, καθώς και για την αναζήτηση πολιτικών συμμαχιών. Όλοι οι μεγάλοι «παίχτες» της εποχής ενεπλάκησαν στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο, είτε άμεσα, είτε έμμεσα. Επρόκειτο για μία μικρογραφία παγκοσμίου πολέμου, που διεξήχθη, κατά κύριο λόγο, μέσω αντιπροσώπων, πριν εκδηλωθεί τελικά ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, όπου πλέον η εμπλοκή τους ήταν άμεση και εκτεταμένη σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του κόσμου.

Το ρόλο του ισπανικού εμφυλίου πολέμου του 1936 διαδραματίζει σήμερα ο συριακός εμφύλιος πόλεμος, που μαίνεται από το 2011. Αυτή τη στιγμή εμπλέκονται στον συριακό εμφύλιο πόλεμο, είτε άμεσα, είτε έμμεσα, οι πάντες. Πρόσφατη μάλιστα και ευθεία ήταν η απειλή της ρωσικής πλευράς προς την αμερικανική, ότι εάν χτυπηθούν ρωσικές βάσεις ή στρατηγικά σημεία άμεσου ρωσικού συμφέροντος στη Συρία, τότε θα ξεσπάσει παγκόσμιος πόλεμος (ο τρίτος). Είμαστε πραγματικά ένα βήμα πριν την έναρξή του. Σε κάθε περίπτωση, οι ομοιότητες των συνθηκών και συγκυριών που επικρατούν μεταξύ του ισπανικού και του συριακού εμφυλίου πολέμου είναι ανατριχιαστικές. Στην περίπτωση μάλιστα του συριακού εμφυλίου πολέμου οι περιστάσεις είναι ακόμη πιο επιβαρυντικές, διότι, σε αντίθεση με την Ισπανία, η Συρία και οι γειτνιάζουσες με αυτήν χώρες και θαλάσσιες περιοχές, σχετίζονται με σημαντικούς ενεργειακούς κόμβους, για τους οποίους ανταγωνίζονται μέχρι τελικής πτώσεως όλες οι μεγάλες και περιφερειακές δυνάμεις.

 

3. Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ ΚΑΙ Η ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΑ ΚΑΛΗ – ΣΥΜΜΑΧΙΚΗ ΣΧΕΣΗ ΤΗΣ ΜΕ ΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΑ (ΟΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΚΕΣ ΣΥΓΓΕΝΕΙΕΣ)

 

Η Γερμανία αποτελούσε και αποτελεί μία μεγάλη κεντροευρωπαϊκή – ηπειρωτική δύναμη (όχι ναυτική), η οποία, όμως, έχει μία πολύ μεγάλη αδυναμία που της στερούσε και τις στερεί μία σταθερή – μόνιμη παντοδυναμία ιδίως στην Ευρώπη.

Αυτή η αδυναμία ήταν και είναι η παντελής έλλειψη ορυκτού πλούτου και πρόσβασης σε ενεργειακές πηγές. Αυτή ήταν και μία από τις βασικότερες αιτίες απώλειας των δύο παγκόσμιων πολέμων, ιδίως του Β΄, από την πλευρά της Γερμανίας. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση, όταν ο Χίτλερ εξαπέλυσε την ύστατη αντεπίθεσή του στο δυτικό μέτωπο το 1944, μέσω της περιοχής των Αρδεννών. Η ορμή της αντεπίθεσής του, μετά από τις πρώτες σημαντικές επιτυχίες της, άρχισε σταδιακά να εξασθενεί, όταν το ένα μετά το άλλο τα γερμανικά άρματα μάχης ξέμεναν από καύσιμα και απενεργοποιούντο. Η χιτλερική Γερμανία, όσο κατείχε τα πετρέλαια της Ρουμανίας και του Καυκάσου μπορούσε να συνεχίζει τις πολεμικές επιχειρήσεις. Όταν τα απώλεσε, λόγω κατάρρευσης του ανατολικού μετώπου και της δυναμικής προέλασης των σοβιετικών στρατευμάτων, αυτό σήμανε επί της ουσίας και το τέλος της χιτλερικής Γερμανίας, δηλαδή προδιέγραψε την τελική ήττα της. Γι’ αυτόν το λόγο η Γερμανία, η οποία αυτή τη στιγμή είναι εξαρτημένη ενεργειακά από τη Ρωσία (οι πυρηνικοί αντιδραστήρες της δεν αρκούν και παράλληλα εγκυμονούν άλλου είδους κινδύνους) επεδίωκε και επιδιώκει διαχρονικά την εξασφάλιση ασφαλών διόδων προς τους βασικούς ενεργειακούς διαδρόμους, αλλά και την εξασφάλιση ενεργειακών πηγών, που στην πλειοψηφία τους βρίσκονται στη Μέση Ανατολή, στην επικράτεια της Ελλάδας και στην Ανατολική Μεσόγειο, συμπεριλαμβανομένης της κυπριακής ΑΟΖ (σημαντικό μέρος των υδρογονανθράκων στην επικράτεια της Ελλάδας είχαν εντοπίσει οι Γερμανοί ήδη από την περίοδο της τετραετούς κατοχής της από τους ιδίους / βλ. Κων/νου Κόλμερ: Τα πετρέλαια της Ελλάδος – εκδόσεις Λιβάνη).

 Στα πλαίσια αυτά, η Γερμανία, αφού απέτυχε να υποτάξει σε μόνιμη βάση την Ελλάδα δια των όπλων (1941-1944), επανήλθε δριμύτερη και την υπέταξε πλέον, μέσω του οικονομικού υπερόπλου της, του ευρώ, σε συνδυασμό με τη σύμπραξη επίορκων και εκβιάσιμων πολιτικών ηγετών της Ελλάδας. Τα διάφορα μνημόνια και ιδίως το τρίτο μνημόνιο (Ν. 4336/2015) αποτελούν την έμπρακτη απόδειξη της υποταγής της Ελλάδας στη Γερμανία. Πριν δε το τρίτο μνημόνιο (Ν. 4336/2015) είχε προηγηθεί το περιβόητο πρόγραμμα «ΗΛΙΟΣ» (δείτε εδώ) δια του οποίου η Ελλάδα αναλάμβανε την υποχρέωση να παράγει ενέργεια μέσω της ανάπτυξης των ΑΠΕ και να την διοχετεύει στην Ευρώπη (βλέπε Γερμανία). Ειδικά, όμως, μέσω του τρίτου μνημονίου, σημαντικό τμήμα του οποίου υλοποιήθηκε με το Ν. 4389/2016 και την ίδρυση της «Ελληνικής Εταιρείας Συμμετοχών και Περιουσίας Α.Ε.», στην οποία εντάσσονται όλα τα περιουσιακά στοιχεία του Δημοσίου (ακίνητες και κινητές αξίες του ελληνικού Δημοσίου), η Γερμανία «έβαλε πόδι» στο σύνολο της περιουσίας του Δημοσίου και ιδίως στη ΔΕΗ και στα κοιτάσματα λιγνίτη, υδρογονανθράκων και φυσικού αερίου (δείτε εδώ). Αυτό δε το «πόδι» έχει διάρκεια 99 ετών, καθότι ο εντοπισμός, η εξόρυξη και η εμπορική εκμετάλλευση αυτών των κοιτασμάτων μέχρι την εξάντλησή τους, απαιτούν χρονικό διάστημα πολλών δεκαετιών. Προφανώς, στη συνέχεια θα παρατείνεται νομοθετικά η διάρκεια ζωής αυτής της εταιρείας. Τις ίδιες μεθοδεύσεις έκανε η Γερμανία και στην περίπτωση της Κύπρου, της οποίας διέλυσε το τραπεζικό σύστημα και την οικονομία της και της επέβαλε μνημόνιο, προκειμένου να έχει πρόσβαση και στις κυπριακές ενεργειακές πήγες, τα κοιτάσματα των οποίων θεωρούνται πολύ μεγάλα. Στην περίπτωση της Ελλάδας και της Κύπρου επιβεβαιώνεται η απόλυτη ορθότητα της ρήσης του γνωστού οικονομολόγου Σπύρου Λαβδιώτη, σύμφωνα με την οποία, «Δύο τρόποι υπάρχουν για να κατακτήσεις και να υποδουλώσεις ένα έθνος. Ο πρώτος είναι με το ξίφος. Ο δεύτερος είναι με το χρέος» (βλ. Σπύρου Λαβδιώτη: Ευρώ – Η θηλιά στο λαιμό της ελληνικής κοινωνίας / εκδόσεις Έσοπτρον). Η Γερμανία έχει δοκιμάσει και τους δύο τρόπους. Στην περίπτωση του πρώτου τρόπου (ξίφος) απέτυχε, μετά από μία καταστροφική τετραετή κατοχή της Ελλάδας (1941-1944), καθότι η αντίσταση του ελληνικού λαού συνεχίστηκε. Ελπίζουμε να αποτύχει και στην περίπτωση εφαρμογής του δεύτερου τρόπου (χρέος), αλλά έχουν ήδη παρέλθει οκτώ έτη, χωρίς ακόμη να διαφαίνεται φως στο τούνελ για τον ελληνικό λαό.

Δεδομένου, ωστόσο, ότι μία οικονομική κατοχή είναι εξίσου επισφαλής,  όπως και μία στρατιωτική, όταν δεν συνοδεύεται από μία κάποια εδαφική σύνδεση του κατακτητή με τον κατακτημένο, η Γερμανία επεδίωξε παράλληλα και μεθοδικά τη δημιουργία και ενός άμεσα ελεγχόμενου από αυτήν γεωπολιτικού διαδρόμου προς τις ενεργειακές πηγές της Ελλάδας, της Μέσης Ανατολής και της Ανατολικής Μεσογείου, δηλαδή προς τη θερμή θάλασσα του Αιγαίου. Αυτό ο γεωπολιτικός διάδρομος περιλαμβάνει την Αυστρία, τη Ρουμανία, τη Σλοβενία, την Κροατία, τη Βοσνία, το Κοσσυφοπέδιο, τη FYROM – Σκόπια, την Αλβανία, τη Βουλγαρία και την Τουρκία, δηλαδή χώρες και εθνικές ομάδες, πού αποτελούσαν συμμάχους της στους δύο προηγηθέντες παγκόσμιους πολέμους. Πρόκειται επί της ουσίας για προσπάθεια ελέγχου ολόκληρης της βαλκανικής χερσονήσου.

Στα πλαίσια αυτά πίεσε και πέτυχε, κατ’ αρχήν, τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας το 1991 και την άσκηση επιρροής (κυρίως οικονομικής) στα μικρά βαλκανικά κρατίδια, που προέκυψαν από τη διάλυσή της, συμπεριλαμβάνοντας την Αλβανία, τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία. Το δεύτερο σκέλος του σχεδίου της ήταν και είναι η ένταξη αυτών των χωρών στο ΝΑΤΟ και στην ΕΕ, όπου ο έλεγχος τους θα καταστεί ακόμη πιο στενός και αποτελεσματικός από την πλευρά της, περικυκλώνοντας παράλληλα τις χώρες, που θεωρεί επικίνδυνες για τα σχέδιά της, δηλαδή τη Σερβία, την Ελλάδα και τη Ρωσία. Ήδη έχει επιτύχει τη σταδιακή ένταξη στην ΕΕ της Αυστρίας, της Σλοβενίας, της Κροατίας, της Ρουμανίας και της Βουλγαρίας, ενώ στο ΝΑΤΟ έχουν ενταχθεί ήδη η Αλβανία, η Βουλγαρία, η Ρουμανία, η Σλοβενία και η Κροατία. Αυτήν την περίοδο βιώνουμε τις πιέσεις που δέχεται η Ελλάδα, προκειμένου αποδεχθεί την ένταξη στην ΕΕ και στο ΝΑΤΟ όσων χωρών από τις προαναφερθείσες δεν έχουν ακόμη ενταχθεί (της Αλβανία στην ΕΕ, της FYROM- Σκόπια σε ΕΕ και ΝΑΤΟ, κλπ), αλλά και να αναγνωρίσει το Κοσσυφοπέδιο, ως ανεξάρτητο κράτος. Το τρίτο σκέλος του σχεδίου της Γερμανίας ήταν και είναι η δημιουργία μόνιμων εξωτερικών πιέσεων και απειλών σε βάρος της Ελλάδας, προκειμένου να παραμένει φοβική και υποταγμένη, χρησιμοποιώντας προς τούτο, κυρίως την Τουρκία και δευτερευόντως την Αλβανία, τη Βουλγαρία και τη FYROM – Σκόπια. Σε εκτέλεση αυτού του σχεδίου εντάχθηκε η πρόβλεψη στο πρώτο μνημόνιο που επιβλήθηκε στην Ελλάδα της δυνατότητας των δανειστών της να μεταβιβάζουν την οικονομική αξίωσή τους σε βάρος της Ελλάδας σε μία τρίτη χώρα, «φωτογραφίζοντας» την Τουρκία. Στα ίδια πλαίσια η Γερμανία ανάγκασε τις ελληνικές κυβερνήσεις, κατά τη διάρκεια όλων αυτών των μνημονιακών ετών (οκτώ μέχρι στιγμής), να παραμελήσουν την άμυνα της χώρας και να τερματίσουν κάθε εξοπλιστικό προγραμματισμό, με ολέθριες για την ασφάλεια της χώρας συνέπειες. Την ίδια στιγμή η Τουρκία υπερεξοπλίζεται, με τη συνδρομή και της ίδιας της Γερμανίας. Όταν μάλιστα η Τουρκία ενέτεινε προσφάτως της απειλές της σε βάρος της χώρας μας, αναβαθμίζοντάς τις στο έπακρο, ώστε να καταστεί αδήριτη ανάγκη η άμεση ενεργοποίηση εξοπλιστικών προγραμμάτων από την Ελλάδα, τα μηνύματα από τη γερμανική πλευρά, τόσο δια της διπλωματικής οδού, όσο και δια δημοσιευμάτων στον γερμανικό Τύπο, ήταν εξόχως αποτρεπτικά και προειδοποιητικά (βλ. εδώ).

Στο σημείο αυτό πρέπει να διευκρινιστεί, ότι οι οικονομικές και γεωπολιτικές κινήσεις της Γερμανίας στην περιοχή, οι οποίες, μεταξύ άλλων, καθιστούν την Ελλάδα ένα γερμανικό προτεκτοράτο και την Τουρκία έναν τοπικό σύμμαχό της (ερευνητικό σκάφος της Γερμανίας ήταν που ζήτησε τον περασμένο Φεβρουάριο άδεια από την Τουρκία και όχι από την Ελλάδα για έρευνες στη θαλάσσια περιοχή νότια της Κρήτης – βλ. εδώ και εδώ), έχουν ενοχλήσει σφόδρα την αμερικανική πλευρά, διότι διαβλέπουν την προσπάθεια της Γερμανίας να αυτονομηθεί και να τορπιλίσει τους πάγιους αμερικανικούς σχεδιασμούς στην ευρύτερη περιοχή. Γι’ αυτόν το λόγο έχει ξεκινήσει τα τελευταία χρόνια ένας έντονος υπόγειος πόλεμος μεταξύ ΗΠΑ και Γερμανίας, κατ’ αρχήν σε οικονομικό επίπεδο, τόσο με τη χρησιμοποίηση του ΔΝΤ, που αντιδρά στα σχέδια της Γερμανίας στην περίπτωση της Ελλάδας, πιέζοντας για μία μεγάλη περικοπή του ελληνικού χρέους, την οποία η Γερμανία αντικρούει (π.χ. βλ. εδώ), αλλά και με την αποκάλυψη σκανδάλων κυρίως σε βάρος μεγάλων γερμανικών αυτοκινητοβιομηχανιών (βλ. εδώ, εδώ και εδώ). Στο στόχαστρο επίσης των ΗΠΑ είναι και η Kεντρική Tράπεζα της Γερμανίας  (Deutsche Bank). Οι ΗΠΑ, οι αγγλογάλλοι σύμμαχοί τους και το Ισραήλ (κυρίως οι Γάλλοι και το Ισραήλ) επιθυμούν να χρησιμοποιήσουν την Ελλάδα, ως αντίβαρο στην Τουρκία του Ερντογάν, χωρίς να χρειασθεί οι ίδιοι να αντιπαρατεθούν στην Τουρκία (βλ. και δηλώσεις Μακρόν / εδώ). Πλην όμως, μία Ελλάδα, χωρίς εξοπλισμούς και πλήρως αποδυναμωμένη, οικονομικά και στρατιωτικά, λόγω της γερμανικής πολιτικής σε βάρος της Ελλάδας, ακυρώνει τους αμερικανικούς σχεδιασμούς και αποθρασύνει την Τουρκία.

Μία Τουρκία, την οποία η Γερμανία ανέκαθεν στήριζε, καθότι τη θεωρούσε στυλοβάτη των συμφερόντων της στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής, αλλά και ιδεολογικά και ιδιοσυγκρασιακά συγγενή, ως προς τον τρόπο σκέψης και δράσης των καθεστώτων της, όπως θα διευκρινίσω στη συνέχεια. Η Τουρκία αποτελούσε και αποτελεί για τη Γερμανία έναν παραδοσιακό σύμμαχό της στην περιοχή (προς το παρόν ακόμη).

ΚΕΜΑΛΙΣΜΟΣ – ΝΑΖΙΣΜΟΣ – ΙΣΛΑΜΟΦΑΣΙΣΜΟΣ

Ο Αδόλφος Χίτλερ για τον Μουσταφά Κεμάλ: «… ο Μουσολίνι ήταν ο πρώτος του μαθητής κι εγώ είμαι ο δεύτερος μαθητής του» (βλ. Falih Rifki Atay: Cankaya, όπως το μεταφέρει ο ιστορικός Βλάσης Αγτζίδης στον πρόλογο της ελληνικής έκδοσης του εξαιρετικού βιβλίου του Stefan Ihrig: Ατατούρκ και Ναζί – εκδόσεις Παπαδόπουλος).

Ο γνωστός ιστορικός Βλάσης Αγτζίδης συνεχίζει στον αποκαλυπτικό πρόλογο του στο προαναφερθέν βιβλίο, αναφέροντας τα ακόλουθα:

«Ο Ναζισμός δεν εμφανίστηκε την επαύριον της στρατιωτικής ήττας και της οικονομικής κατάρρευσης της Γερμανίας καινοτομώντας σε ιδεολογικό κενό. Οι ρίζες του βρίσκονται στο ρομαντικό ιδεαλιστικό πνεύμα της Γερμανίας, που αναπτύχθηκε κατά τον 19ο αιώνα ως αντίδραση στο πνεύμα του γαλλικού Διαφωτισμού και σε γεωπολιτικό επίπεδο επέφερε τη μοιραία για όλη την Ανατολή Ostpolitik. Δηλαδή την προσπάθεια για γερμανική επέκταση στην καθ’ ημάς Ανατολή σε συνεργασία με τους ισλαμιστές Οθωμανούς στην αρχή και τους εθνικιστές Νεότουρκους στη συνέχεια».

Και ο επίσης γνωστός ιστορικός μας Σαράντος Καργάκος αναφέρει τα εξής: «Και η μεν Αυτοκρατορία διαλύθηκε, αλλά τη θέση της πήρε ένα εθνικιστικό καθεστώς, που υπό κοινοβουλευτικό μανδύα κινήθηκε πάνω στις αρχές που χάραξε ο Μουσσολίνι στην Ιταλία και έδωσε πρότυπα ασκήσεως εξουσίας στη μετέπειτα χιτλερική Γερμανία» (Σαράντου Καργάκου: Η μικρασιατική εκστρατεία  [1919-1922] από το έπος στην τραγωδία – Α΄ μέρος / εκδόσεις Realnews).

Συνεχίζοντας ο ιστορικός Βλάσης Αγτζίδης αναφέρει τα εξής: «Πρωτόλεια εκδοχή της ναζιστικής κοσμοθεωρίας υπήρξε η άποψη του Ziya Gokalp, ιδεολογικού πατέρα του τουρκικού εθνικισμού, ο οποίος καλούσε για τον τερματισμό της ‘ψευδαίσθησης περί ισότητας μουσουλμάνων και χριστιανών’. Ο ίδιος περιέγραψε στο περιοδικό Yeni Hayat το 1911 τον νέο άνθρωπο της νεοτουρκικής Νέας Τάξης: ‘Οι Τούρκοι ήταν οι υπεράνθρωποι που είχε φανταστεί ο Γερμανός φιλόσοφος Nietzsche … Από την τουρκότητα θα γεννηθεί η νέα ζωή …’ …

«…Ενδιαφέρον παρουσιάζει το βιβλίο του Φραντς Κόολερ … με τίτλο ‘Η νέα Τριπλή Συμμαχία’ … που εκδόθηκε το 1915 στο Μόναχο και περιέγραφε με σαφήνεια τις επιδιώξεις του γερμανικού ιμπεριαλισμού: ‘… τα μικρασιατικά εδάφη είναι η λύση. Εκεί θα μεγαλουργήσουμε εκτοπίζοντας το συναγωνισμό των άλλων λαών λόγω του υπέρτερου πολιτισμού και της οικονομικής ζωής που θα συγκεντρωθεί στα χέρια μας … Τους φίλους μας θα αναζητήσουμε ανάμεσα σ’ εκείνους τους λαούς που έχουν μ’ εμάς κοινούς εχθρούς. Η κοινή εχθρότητα πρέπει να είναι ο πρώτος και κύριος συνεκτικός δεσμός. Η σύμπτωση δε των οικονομικών συμφερόντων θα καταστήσει το δεσμό αυτόν άρρηκτο’».

Όπως διαπιστώνει κανείς από τις παραπάνω αναφορές που είχαν διατυπωθεί προ πολλών δεκαετιών, τίποτε δεν έχει αλλάξει, τόσο σε νοοτροπία, όσο και σε επίπεδο άσκησης εξωτερικής πολιτικής σε Γερμανία και σε Τουρκία. Η Γερμανία, είτε υπό ακροδεξιά και ναζιστική διακυβέρνηση, είτε υπό σοσιαλδημοκρατική ή άλλη κεντρώα ή αριστερόστροφη διακυβέρνηση, ακολουθεί την ίδια εξωτερική πολιτική, αλλά και περιέχει σ’ αυτήν στοιχεία ολοκληρωτισμού, καθώς και ρατσιστικά στοιχεία. Αυτό εξάλλου το βιώνει η Ελλάδα επί οκτώ μνημονιακά χρόνια, αλλά και με τους ελέγχους που είχε επιβάλλει προσφάτως η γερμανική κυβέρνηση για τους Έλληνες ταξιδιώτες που έρχονται από την Ελλάδα. Ως προς την Τουρκία, ούτως ή άλλως, όχι μόνο δεν άλλαξε το παραμικρό, καθότι ουδέποτε είχε πραγματικό δημοκρατικό καθεστώς, αλλά αντιθέτως τα τελευταία χρόνια, επί διακυβέρνησης Ερντογάν, έχουν κυριαρχήσει τα στοιχεία του ακραίου ισλαμισμού ή του ισλαμοφασισμού, όπου όλοι οι πολιτικοί αντίπαλοι του καθεστώτος και ιδίως οι εθνικές και θρησκευτικές μειονότητες της Τουρκίας, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης και πλήρους υποταγής τους, στοχοποιούνται, καταπιέζονται και εξοντώνονται ανηλεώς με κάθε πρόσφορο τρόπο (χιλιάδες συλλήψεις και φυλακίσεις και εξαφανίσεις, βασανιστήρια, δολοφονίες, εκκαθαριστικές επιχειρήσεις σε βάρος των Κούρδων, κλπ). Παράλληλα, καλλιεργείται συστηματικά η αντίληψη της ανωτερότητας των Τούρκων έναντι όλων των άλλων λαών και εθνοτήτων, όπως ακριβώς καλλιεργείτο η αντίληψη της ανωτερότητας της γερμανικής φυλής έναντι κάθε άλλης φυλής. Στα πλαίσια αυτά καλλιεργείται συστηματικά από το καθεστώς του Ερντογάν και η επιθετικότητα σε βάρος όλων των γειτονικών κρατών της Τουρκίας, δια της παράλληλης άσκησης αναθεωρητικής πολιτικής ως προς τις υφιστάμενες συνθήκες, ιδίως της Συνθήκης της Λωζάνης. Η Τουρκία του Ερντογάν υπερεξοπλίζεται και στρατικοποιεί το λαό της, ακόμη και μικρά παιδιά, όπως ακριβώς έκανε και ο Χίτλερ. Ουδεμία διαφορά υφίσταται. Χαρακτηριστική μάλιστα είναι και η φωτογραφία του Ερντογάν δίπλα σε ένα μικρό κορίτσι, ντυμένο στρατιωτικά, ανάλογη με αυτήν του Χίτλερ που επιθεωρεί μέλη της χιτλερικής νεολαίας, ντυμένα στρατιωτικά.

Ας δούμε όμως και τις ομοιότητες της γερμανικής και της τουρκικής αντιλήψεως ως προς την αντιμετώπιση των διαφόρων μειονότητων, όπως αυτές μεταφέρονται στο εκπληκτικά αποκαλυπτικό βιβλίο του Άγγλου ιστορικού Stefan Ihrig, καθώς και το σεβασμό που έδειχναν οι Γερμανοί για τους Τούρκους και τις εγκληματικές μεθόδους τους. Διευκρινίζω μάλιστα, ότι η εγκληματική αντιμετώπιση των μειονοτήτων δεν αφορά μόνο στη ναζιστική Γερμανία, καθότι αντίστοιχες αντιλήψεις επικρατούσαν στη Γερμανία και παλαιότερα, ιδίως κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όπου ο Γερμανός στρατηγός Λίμαν φον Σάντερς, ως στρατιωτικός σύμβουλος και ανώτατος στρατιωτικός διοικητής των οθωμανικών δυνάμεων, είχε υποδείξει στους νεότουρκους τον τρόπο αντιμετώπισης – εξόντωσης των μειονοτήτων της οθωμανικής αυτοκρατορίας, Αρμένιους και Έλληνες (εκείνη την περίοδο άρχισε και ολοκληρώθηκε η γενοκτονία των Αρμενίων, αλλά και έγιναν οι πρώτες σφαγές και εκτοπίσεις των Ελλήνων της Μικράς Ασίας).

Ο Γερμανός στρατηγός Λίμαν Φον Σάντερς και πίσω του διακρίνεται ο Κεμάλ, που διακρίθηκε στις επιχειρήσεις του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

 

Σε κύριο άρθρο της του Φεβρουαρίου του 1921, με τίτλο «Τουρκία η πρωτοπόρος – παράδειγμα προς μίμηση», η επίσημη ναζιστική εφημερίδα «Volkisher Beobachter» αποδέχεται την τουρκική πολιτική ως προς τη μεταχείριση των μειονοτήτων υποστηρίζοντας τα εξής: «Σήμερα οι Τούρκοι είναι το πιο νεανικό έθνος. Κάποια μέρα, το γερμανικό έθνος δεν θα έχει άλλη επιλογή από το να προσφύγει και αυτό στις τουρκικές μεθόδους», όπερ και συνέβη είκοσι περίπου έτη αργότερα με την περίφημη «τελική λύση» για τους Εβραίους και για άλλες μειονότητες στα περιβόητα στρατόπεδα συγκέντρωσης και μαζικής εξόντωσης. Οι ισλαμοφασίστες Τούρκοι και οι κεμαλιστές φασίστες θεωρούσαν τις εθνικές και θρησκευτικές μειονότητες της Ανατολής, όπως οι Έλληνες, οι Αρμένιοι, οι Λεβαντίνοι και οι Εβραίοι, ως «παράσιτα» και ως «ζιζάνια». Συγκεκριμένα, στην καθεστωτική βιογραφία του Χίτλερ, την οποία συνέγραψε ο Γερμανός Λίερς, αναφέρονται τα εξής: «Στην Τουρκία ο ηρωικός αντιπρόσωπος του παλιού τουρκικού στρατιωτικού πνεύματος, ο Γκαζί Μουσταφά Κεμάλ, εκδιώκει τα ξένα παράσιτα με το πυρ αυτοσχέδιων κανονιών που τα επανδρώνουν γέροι και παιδιά, ενώ στην Ιταλία ο Μουσολίνι επιτυγχάνει την ανανέωση του ρωμαϊκού πνεύματος». Στη δε βιογραφία του Κεμάλ Ατατούρκ, που συνέγραψε ο επίσης Γερμανός Χανς Φρέμπγκεν, αναφέρονται τα εξής: «… η Τουρκοσύνη πέθαινε αργά αλλά σταθερά από το φαρμάκι που στάζει το φυλετικό συνονθύλευμα των υποταγμένων λαών, το διαβόητο αυτό απόχρεμμα λαών στα παράλια της Μεσογείου, (το συνονθύλευμα) των Λεβαντίνων, των Ελλήνων, των Αρμενίων, των Αράβων και των Εβραίων, που σαν ανθεκτικά ζιζάνια καλύπτουν το έδαφος (παντού)». Ειδικά δε οι Αρμένιοι παραλληλίζονται από γερμανικές πηγές της εποχής, ως οι «Εβραίοι της Ανατολής». Τον ίδιο παραλληλισμό είχε κάνει και ο Χίτλερ για τους Έλληνες και τους Αρμένιους της οθωμανικής αυτοκρατορίας σε κομματική συγκέντρωση τού 1927: «Έχουν τα συγκεκριμένα επαίσχυντα χαρακτηριστικά που καταδικάζουμε στους Εβραίους».

Πέραν των προαναφερθέντων, επισημαίνω στο σημείο αυτό, ότι η Γερμανία πάντοτε στήριζε και στηριζόταν στα ακραία ισλαμιστικά στοιχεία, τα οποία υπέθαλπε και υποδαύλιζε στα Βαλκάνια και στη Μέση Ανατολή, προκειμένου να δημιουργεί προβλήματα στους γεωπολιτικούς αντιπάλους της. Στις τάξεις μάλιστα του γερμανικού στρατού και ιδίως των SS πολεμούσαν στρατιωτικές μονάδες που αποτελούντο από ακραίους μουσουλμάνους. Υπενθυμίζω, επίσης, και την εγκληματική για τον ελληνικό πληθυσμό δράση των Αλβανών Τσάμηδων, μουσουλμάνων στο θρήσκευμα, οι οποίοι συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς, την περίοδο της κατοχής.

Στρατιωτικό τμήμα των SS αποτελούμενο από μουσουλμάνους εθελοντές, το οποίο επιθεωρεί και χαιρετίζει θρησκευτικός ηγέτης τους

 

Θα ακολουθήσει η συνέχεια (τρίτο μέρος) τις επόμενες ημέρες.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s