Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και τα πάντοτε επίκαιρα μηνύματά του (του Δημήτρη Κλούρα)

Του Δημήτρη Ε. Κλούρα

Σαν σήμερα, ήτοι 4 Φεβρουαρίου 1843, απεβίωσε ο εθνικός μας ήρωας Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο Γέρος του Μοριά, ο άνθρωπος που θυσίασε τα πάντα για την ελευθερία της χώρας μας. Τα λόγια του μέχρι σήμερα εμπνέουν και καθοδηγούν. Το πλέον βέβαιο είναι, ότι είναι άκρως επίκαιρα, εάν λάβουμε υπόψη όσα δυσάρεστα συμβαίνουν στη χώρα μας. Δεν υπάρχει μάλιστα αμφιβολία, ότι, εάν ζούσε σήμερα, θα βροντοφώναζε, για μία ακόμη φορά, τη φράση – σύνθημα «Φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους».

Όταν γνωρίζεις τί ήταν και τί έκανε ο Κολοκοτρώνης και προσπαθείς να βρεις αναλογίες στο σημερινό πολιτικό προσωπικό, αλλά και στην ηγεσία του ελληνικού στρατού (βλ. τον υπουργοποιημένο πλέον Ευάγγελο Αποστολάκη), όχι απλώς δεν τις βρίσκεις, όχι απλώς δεν μπορεί να γίνει η παραμικρή σύγκριση, αλλά σε πιάνει και μία κατάθλιψη. Πρόκειται για την απόλυτη κατάντια ανθρώπων, που συμπαρασύρουν τη χώρα μας και το λαό μας στη δική τους κατάντια.

Στο βιβλίο μου «Η Απειλή προ των Πυλών», που κυκλοφόρησε τον περασμένο Ιούνιο (2018), κάνω, όχι τυχαία, εκτεταμένη αναφορά στον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη. Ένα δε εκ των παραρτημάτων τού βιβλίου μου, το 10ο και τελευταίο (σελ. 417-422), το αφιερώνω αποκλειστικά στον Γέρο του Μοριά και ιδίως στην περίφημη ομιλία του το 1838 στην Πνύκα προς τους μαθητές του Ελληνικού Γυμνασίου τής Αθήνας. Η συγκεκριμένη εμπνευσμένη ομιλία του αποτελεί μία εθνική παρακαταθήκη και θα έπρεπε να διδάσκεται σε όλα τα σχολεία. Δυστυχώς, όμως, τέτοια κείμενα θεωρούνται από το άθλιο και εθελόδουλο πολιτικοοικονομικό κατεστημένο τής χώρας μας, στο οποίο συστρατεύεται και η δήθεν πνευματική ηγεσία της χώρας (ανύπαρκτη και πλήρως αλωμένη), ως άκρως επικίνδυνα, για ευνοήτους λόγους. Εγώ, ωστόσο, θα επιμείνω, παραθέτοντας εκ νέου επίμαχα αποσπάσματα, τόσο του λόγου του στην Πνύκα, όσο και των απαντήσεών του σε όσους ζητούσαν την υποταγή των Ελλήνων. Το επόμενο δε χρονικό διάστημα, θα αναφερθώ εκτενώς στην «ποιότητα» του πολιτικού προσωπικού τής χώρας προς εξαγωγή των αναγκαίων συμπερασμάτων από όλους σας.

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, λοιπόν, μέσω του βιβλίου μου:

Σελ. 225-226: 

Η απάντηση του Κολοκοτρώνη στην πρόσκληση του Ιμπραήμ προς τους κατοίκους της Μεσσηνίας να εγκαταλείψουν τον αγώνα: «Πέτρα απάνω στην πέτρα να μην μείνει, εμείς δεν προσκυνούμε. Μόνον ένας Έλληνας να μείνει εμείς θα πολεμούμε και να μην ελπίζεις πως τη γην μας θα την κάμεις δικήν σου». Αντιστοίχως είχε απαντήσει ο Κολοκοτρώνης και στον Άγγλο ναύαρχο Χάμιλτον, όταν του ζήτησε να συμβιβαστούν οι Έλληνες με τους Τούρκους και η Αγγλία να μεσιτεύσει: «Εγώ του αποκρίθηκα, ότι: “Αυτό δεν γίνεται ποτέ, ελευθερία ή θάνατος. Εμείς καπετάν Άμιλτον, ποτέ συμβιβασμό δεν εκάμαμε με τους Τούρκους. Άλλους έκοψε, άλλους εσκλάβωσε με το σπαθί και άλλοι, καθώς ημείς, εζούσαμε ελεύθεροι από γενεά σε γενεά. Ο βασιλεύς μας εσκοτώθη. Καμμία συνθήκη δεν έκαμε (σ.σ. αναφέρεται στον αυτοκράτορα Κων/νο Παλαιολόγο), η φρουρά του είχε παντοτεινό πόλεμο με τους Τούρκους και δύο φρούρια ήτον πάντοτε ανυπότακτα”. Με είπε: “Ποία είναι η βασιλική φρουρά του, ποία είναι τα φρούρια;” – “Η φρουρά του βασιλέως μας είναι οι λεγόμενοι Κλέφται, τα φρούρια η Μάνη και το Σούλι και τα βουνά”. Έτσι δεν ομίλησε πλέον»

Σελ. 417-422:

Ο Κολοκοτρώνης, επιθυμώντας διακαώς να απευθυνθεί στους μαθητές του Ελληνικού Γυμνασίου της Αθήνας, τους μίλησε στις 8 Νοεμβρίου 1838, από την Πνύκα, όπου τους είχαν συγκεντρώσει οι δάσκαλοί τους. Πέραν των συγκεντρωθέντων μαθητών, πλήθος κόσμου συνέρρευσε για να τον ακούσει. Τον εμπνευσμένο λόγο του Κολοκοτρώνη διέσωσε και κατέγραψε ο Γυμνασιάρχης Γ. Γεννάδιος και πρωτοδημοσιεύθηκε στην πολιτική εφημερίδα «Αιών» στις 13 Νοεμβρίου 1838, μαζί με το σχετικό χρονικό. Ο λόγος του Κολοκοτρώνη είχε ως ακολούθως:

      «1. Παιδιά μου! Εις τον τόπον τούτο, όπου εγώ πατώ σήμερα, επατούσαν και εδημιουργούσαν τον παλαιό καιρό άνδρες σοφοί και άνδρες με τους οποίους δεν είμαι άξιος να συγκριθώ και ούτε να φθάσω τα ίχνη των. Εγώ επιθυμούσα να σας ιδώ, παιδιά μου, εις την μεγάλη δόξα των προπατόρων μας, … Εγώ δεν είμαι αρκετός. Σας λέγω μόνον, πως ήτον σοφοί, και από εδώ επήραν και εδανείσθησαν τα άλλα έθνη την σοφίαν των.

    «2. Εις τον τόπο, τον οποίον κατοικούμε, εκατοικούσαν οι παλαιοί Έλληνες, από τους οποίους και μείς καταγόμεθα και ελάβαμε το όνομα τούτο. Αυτοί διέφεραν από ημάς εις την θρησκείαν, διότι επροσκυνούσαν τες πέτρες και τα ξύλα. Αφού ύστερα ήλθεν εις τον κόσμο ο Χριστός, οι λαοί όλοι επίστευσαν εις το Ευαγγέλιό του, και έπαυσαν να λατρεύουν τα είδωλα. Δεν επήρεν μαζί του ούτε σοφούς, ούτε προκομένους, αλλ’ απλούς ανθρώπους χωρικούς και ψαράδες, και με τη βοήθεια του Αγίου Πνεύματος έμαθαν όλες τες γλώσσες του κόσμου, οι οποίοι μολονότι όπου και εάν εύρισκαν εναντιότητες, και οι βασιλείς και οι τύραννοι τους κατέτρεχαν, δεν ημπόρεσε κανένας να τους κάμει τίποτα. Αυτοί εστερέωσαν την πίστη.

     «3. Οι παλαιοί Έλληνες, οι πρόγονοί μας, έπεσαν εις τη διχόνοια και ετρώγονταν μεταξύ τους, και έτσι έλαβαν καιρό πρώτα οι Ρωμαίοι, έπειτα άλλοι βάρβαροι, και τους υπόταξαν. Ύστερα ήλθαν και οι μουσουλμάνοι και έκαμαν ό,τι ημπορούσαν, δια να αλλάξει ο λαός την πίστιν του. Έκοψαν γλώσσες εις πολλούς ανθρώπους, αλλ’ εστάθη αδύνατο να το κατορθώσουν. Τον έναν τον έκοπταν, ο άλλος το σταυρό του έκαμε. ……

   «4. Εις αυτήν την δυστυχισμένη κατάσταση μερικοί από τους φυγάδες γραμματισμένους εμετάφραζαν και έστελναν εις την Ελλάδα βιβλία¨ και εις αυτούς πρέπει να χρωστούμε ευγνωμοσύνη, διότι ευθύς όπου κανένας άνθρωπος από το λαό εμάνθανεν τα κοινά γράμματα, εδιάβαζεν αυτά τα βιβλία και έβλεπε ποίους είχαμε προγόνους, τι έκαμεν ο Θεμιστοκλής, ο Αριστείδης, και άλλοι πολλοί παλαιοί μας, και εβλέπαμε και εις ποίαν κατάσταση ευρισκόμεθα τότε. Όθεν μας ήλθεν εις το νου να τους μιμηθούμε, και να γίνομε ευτυχέστεροι. Και έτσι έγινεν και επροόδευσεν η Εταιρεία.

     «5. Όταν αποφασίσαμε να κάμομε την Επανάσταση, δεν εσυλλογισθήκαμε, ούτε πόσοι είμεθα, ούτε πως δεν έχομε άρματα, ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις, ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε ‘που πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα’, αλλά, ως μία βροχή, έπεσε εις όλους μας η επιθυμία της ελευθερίας μας, και όλοι, και οι κληρικοί, και οι προεστοί, και οι καπεταναίοι, και οι πεπαιδευμένοι, και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό, και εκάμαμε την Επανάσταση.

     «6. Εις τον πρώτο χρόνο της Επαναστάσεως είχαμε μεγάλη ομόνοια, και όλοι ετρέχαμε σύμφωνοι. Ο ένας επήγεν εις τον πόλεμον, ο αδελφός του έφερνε ξύλα, η γυναίκα του εζύμωνε, το παιδί του κουβαλούσε ψωμί και μπαρουτόβολα εις το στρατόπεδον¨ και εάν αυτή η ομόνοια εβαστούσε ακόμη δύο χρόνους, ηθέλαμε κυριεύσει και την Θεσσαλία και την Μακεδονία, και ίσως εφθάναμε και έως την Κωνσταντινούπολη. Τόσον τρομάξαμε τους Τούρκους, οπού άκουγαν Έλληνα και έφευγαν χίλια μίλια μακρά. Εκατόν Έλληνες έβαζαν πέντε χιλιάδες εμπρός, και ένα καράβι, μιάν αρμάδα. Αλλά δεν εβάσταξεν. Ήλθαν μερικοί και ηθέλησαν να γένουν μπαρμπέρηδες εις του κασίδη το κεφάλι. Μας πονούσε το μπαρμπέρισμά τους. Μα τί να κάνομε; Είχαμε και αυτουνών την ανάγκη. Από τότε ήρχισεν η διχόνοια, και εχάθη η πρώτη προθυμία και ομόνοια. Και όταν έλεγες τον Κώστα να δώσει χρήματα δια τας ανάγκας του έθνους, ή να υπάγει εις τον πόλεμο, τούτος επρόβαλε τον Γιάννη. Και μ’ αυτόν τον τρόπο κανείς δεν ήθελε, ούτε να συνδράμει, ούτε να πολεμήσει. Και τούτο εγίνετο, επειδή δεν είχαμε ένα αρχηγό και μίαν κεφαλή. Αλλά ένας έμπαινε πρόεδρος έξη μήνες, εσηκώνετο ο άλλος και τον έρριχνε, και εκάθετο αυτός  άλλους τόσους, και έτσι ο ένας ήθελε τούτο, και άλλος το άλλο. Ίσως όλοι ηθέλαμε το καλό¨ πλην καθένας κατά τη γνώμη του. Όταν προστάζουνε πολλοί, ποτέ το σπίτι δεν χτίζεται, ούτε τελειώνει. Ο ένας λέγει, ότι η πόρτα πρέπει να βλέπει εις το ανατολικό μέρος, ο άλλος εις το αντικρυνό, και ο άλλος εις το βορέα, σαν να ήτον το σπίτι εις τον αραμπά, και να γυρίζει καθώς λέγει ο καθένας. Με τούτον τον τρόπο δεν κτίζεται ποτέ το σπίτι, αλλά πρέπει να είναι ένας αρχιτέκτων, όπου να προστάζει πώς θα γενεί. Παρομοίως και ημείς εχρειαζόμεθα έναν αρχηγό και έναν αρχιτέκτονα, όστις να προστάζει και οι άλλοι να υπακούουν και να ακολουθούν. Αλλ’ επειδή είμεθα εις τέτοια κατάσταση, εξ αιτίας της διχονοίας, μας έπεσε η Τουρκιά επάνω μας και κοντέψαμε να χαθούμε και εις τους στερινούς επτά χρόνους δεν κατορθώσαμε μεγάλα πράγματα.

     «7. ……. Πρέπει να φυλάξετε την πίστη σας, και να την στερεώσετε, διότι, όταν επιάσαμε τα άρματα, είπαμε πρώτα υπέρ Πίστεως και έπειτα υπέρ Πατρίδος. Όλα τα έθνη του κόσμου έχουν και φυλάττουν μία θρησκεία. Και αυτοί οι Εβραίοι, οι οποίοι κατατρέχοντο και μισούντο και από όλα τα έθνη, μένουν σταθεροί εις την πίστη τους.

     «8. Να μην έχετε πολυτέλεια, να μην πηγαίνετε εις τους καφενέδες και εις τα μπιλιάρδα. Να δοθήτε εις τας σπουδάς σας, και καλλίτερα να κοπιάσετε ολίγον δύο και τρεις χρόνους, και να ζήσετε ελεύθεροι εις το επίλοιπο της ζωής σας, παρά να περάσετε τεσσάρους πέντε χρόνους τη νεότητά σας, και να μείνετε αγράμματοι. Να σκλαβωθείτε εις τα γράμματά σας. Να ακούετε τας συμβουλάς των διδασκάλων και των γεροντοτέρων, και, κατά την παροιμία, μύρια ήξευρε και χίλια μάθαινε. Η προκοπή σας και η μάθησή σας να μην γίνει σκεπάρνι μόνο δια το άτομό σας, αλλά να κοιτάζει το καλό της Κοινότητος, και μέσα εις το καλό αυτό ευρίσκεται και το δικό σας. Εγώ, παιδιά μου, κατά κακή μου τύχη, εξ αιτίας των περιστάσεων έμεινα αγράμματος, και δια τούτο σας ζητώ συγχώρηση, διότι δεν ομιλώ καθώς οι δάσκαλοί σας. Σας είπα όσα ο ίδιος είδα, ήκουσα και εγνώρισα, δια να ωφεληθήτε από τα απερασμένα και από τα κακά αποτελέσματα της διχονοίας, την οποία να αποστρέφεσθε, και να έχετε ομόνοια. Εμάς, μη μας τηράτε πλέον. Το έργο μας και ο καιρός μας επέρασε. Και αι ημέραι της γενεάς, η οποία σας άνοιξε το δρόμο, θέλουν μετ’ ολίγον περάσει. Την ημέρα της ζωής μας θέλει διαδεχθεί η νύκτα του θανάτου μας, καθώς την ημέρα των Αγίων Ασωμάτων θέλει διαδεχθεί η νύχτα και η αυρινή ημέρα. Εις εσάς μένει να ισάσετε και να στολίσετε τον τόπο, όπου ημείς ελευθερώσαμε¨ και δια να γίνει τούτο, πρέπει να έχετε ως θεμέλια της πολιτείας την ομόνοια, την θρησκεία, την καλλιέργεια του θρόνου και την φρόνιμον ελευθερία. ………».

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Google photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s